Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πέρδομαι
- απόδοση: αποβάλλω αέρια εκ του πρωκτού / κλάνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πέρδεται ασυστόλως & οι πορδές του είναι ανυπόφορα δύσοσμες
τα όσπρια του προκάλεσαν φούσκωμα & πέρδεται ολημερίς





