Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιάγω
- απόδοση: περιφέρω / οδηγώ σε δυσάρεστη κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα οικονομικά ανοίγματα τον περιήγαγαν σε δυσάρεστες καταστάσεις
τελευταίως περιάγεται στον λαβύρινθο των σκέψεών του





