Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πείθω
- απόδοση: κάνω κάποιον να αποδεχθεί γνώμη & να συμφωνήσει προβάλλοντας επιχειρήματα ή δίνοντας υποσχέσεις & διαβεβαιώσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άτομο ικανό να πείσει τους πάντες & τους πλέον δύσπιστους
εν τέλει επείσθη & υποχώρησε των θέσεών του
επιτέλους μετά από μακρά διαπραγμάτευση επείσθη !
κανέναν δεν έπεισε για την ορθότητα των λεγομένων του
τον έπεισαν να δεχθεί τους όρους > την συμφωνία





