Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιφέρω
- απόδοση: μεταφέρω σε διάφορα μέρη / περιπλανιέμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναλώνει τον χρόνο του περιφέροντας το σαρκίο του σε γραφικές γειτονιές της παλαιάς Αθήνας
αρέσκεται εις το να περιφέρεται ασκόπως στην πόλη





