Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιφρουρώ
- απόδοση: επιτηρώ κάτι & βρίσκομαι σε ετοιμότητα να το προστατεύσω από κάθε απειλή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο Όρσον αν & συμπαθής γάτος εκφράζεται επιθετικά & περιφρουρεί με πάθος τον ζωτικό του χώρο





