Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιχαρακώνω
- απόδοση: περιβάλλομαι με χαράκωμα / κλείνομαι εις εαυτόν / απομονώνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτέλεσμα του τραγικού βιώματος είναι ότι περιχαρακώθηκε στον εαυτό του
κατέληξε να περιχαρακωθεί σε ονειρικές καταστάσεις





