Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πέφτω
- απόδοση: παρασύρομαι προς τα κάτω / αποσπώμαι από τη θέση που βρίσκομαι / σωριάζομαι / εξασθενίζω / παύω να υπάρχω / περιέρχομαι σε ορισμένη κατάσταση κυρίως ψυχικά ή ηθικά / κατακλίνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απομακρύνσου πέφτουν τουφεκιές παραπέρα
έπεσε η αυλαία
έπεσε κατά την εκτέλεση του καθήκοντος
έχασες θέαμα έπεσε γερό ξύλο προ ολίγου
λόγω αναδουλειάς πέφτουν οι τιμές σε χαμηλά επίπεδα





