Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πιέζω
- απόδοση: εφαρμόζω πίεση επί επιφανείας / εξαναγκάζω κάποιον να αποδεχθεί κατάσταση παρά την θέλησή του προκαλώντας στενοχώρια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για την επίλυση του προβλήματος πιέζει αφόρητα προς κάθε κατεύθυνση
πιέζει διακριτικά τον εκλογικό του αντιπρόσωπο για την πρόσληψη της κόρης στο δημόσιο





