Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλανώ
- απόδοση: περιφέρομαι / περιπλανιέμαι / για διαδιδόμενες φήμες / για κάτι απειλητικό που αμυδρά αντιλαμβανόμεθα & ενδέχεται να ξεσπάσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλανάσαι εάν νομίζεις ότι θα ενδώσω > θα υποκύψω
πλανάται...
λ η εντύπωση > η υποψία αυτή για το άτομό του & αδίκως
λ πλάνην οικτρά
√ απόδοση: προκειμένου για αξιοθρήνητη εσφαλμένη κρίση
λ το φάσμα της πείνας > της χρεοκοπίας





