Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλειοδοτώ
- απόδοση: προσφέρω μεγαλυτέρα τιμή από τους λοιπούς συμμετέχοντες σε δημοπρασία προκειμένου να αποκτήσω την κυριότητα πράγματος / προσφέρω περισσότερα προκειμένου να αποσπάσω τα προς διάθεση / υπερθεματίζω έναντι άλλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλειοδότησε κατά τι έναντι του έτερου ενδιαφερόμενου
πλειοδότησε σε διαγωνισμό με αντικείμενο την εκποίηση βιομηχανικού οικοπέδου
ως πολιτικός ανήρ πλειοδοτεί στην υποσχεσιολογία υποσχόμενος σε διψασμένους πολίτες ονειρικές καταστάσεις





