Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιβάλλω
- απόδοση: βρίσκομαι γύρω από κάτι προκειμένου να το θέσω υπό προστασία / καλύπτω κάτι με κάτι που το προσαρμόζω γύρω του / πλαισιώνω κάποιον με τα συναισθήματά μου ή απλά με την παρουσία μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κτήμα περιβάλλεται από πέτρινη περίφραξη
τον περιβάλλει με βαθειά αγάπη
περιβάλλεται από...
λ ηλιθίους & ανίκανους
λ ικανούς > ανίκανους συνεργάτες
λ κόλακες
λ μία πλειάδα τυχάρπαστων
λ πρωτοκλασάτους





