Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παύω
- απόδοση: διακόπτω / σταματώ κάτι / φθάνω στο τέλος / δίνω τέλος σε ενέργεια / απομακρύνω κάποιον από κατέχουσα επαγγελματική θέση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν αντέχω πάψε πια !
έπαυσε να τον συντηρεί τον προέτρεψε δε να εξασφαλίσει δια αξιοπρεπούς εργασίας τον επιούσιο
η εκπομπή έπαυσε να μεταδίδεται κάθε Τρίτη απόγευμα
ο διευθυντής προσωπικού έπαυσε τον αναμεμειγμένο σε κλοπή υπάλληλο
ουδέποτε έπαυσε να την αγαπά
παύει να αποτελεί αστειότητα
παύω να ασχολούμαι
τα σχολικά μαθήματα παύουν κατά τη θερινή περίοδο
το μίξερ της μαμάς έπαυσε να λειτουργεί μετά από πολυετή προσφορά στην προετοιμασία του οικογενειακού φαγητού





