Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πάσχω
- απόδοση: υποφέρω από χρόνια ή μακροχρόνια ασθένεια / υποφέρω ψυχικά / που παρουσιάζει χρόνιο πρόβλημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η δημόσια διοίκηση από καταβολής του Ελληνικού Κράτους πάσχει
νομίζω πως πάσχει ολίγον τι
ταλαιπωρημένος άνθρωπος που πάσχει καρδιολογικώς από ετών
πάσχει από...
λ καταφανώς από το σύμπλεγμα της προσωπικής επιβεβαίωσης
λ κόμπλεξ ωραιοπάθειας
λ τάσεις φυγής
λ το σύνδρομο του μύθου περί συνομωσιών
λ χρόνιο ψυχικό νόσημα





