Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πληθαίνω
- απόδοση: αυξάνομαι αριθμητικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανάλογα κρούσματα παραχάραξης υπήρξαν κατά καιρούς στις μέρες μας όμως πλήθυναν εντυπωσιακά
πληθαίνουν οι φωνές διαμαρτυρίας ανά την επικράτεια





