Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πληροφορώ
- απόδοση: μεταδίδω / ενημερώνω / γνωστοποιώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενημερώθηκε από καλά πληροφορημένες πηγές για τις πραγματικές προθέσεις του κυβερνώντος κόμματος
πληροφορήθηκε λεπτομερώς τα καθέκαστα
πληροφορήθηκε τις προθέσεις του διευθύνοντος συμβούλου ακροθιγώς
σας πληροφορώ ότι σφάλετε
το πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες





