Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλήττω
- απόδοση: αισθάνομαι πλήξη ή ανία / χτυπώ / προξενώ ζημία ή καταστροφή / προκαλώ ψυχικό τραύμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επλήγη στο στήθος από θραύσμα χειροβομβίδας
η αεροπορία έπληξε επιλεγμένους στόχους του εχθρού
η συναναστροφή μαζί του με πλήττει
ο τουρισμός πλήττεται από την ανοδική πορεία του ευρώ η οποία καθιστά τη χώρα απρόσιτη
οι καιρικές συνθήκες έπληξαν την αγροτική παραγωγή
πλήττεται το κύρος της εταιρείας με τα προβληματικά προϊόντα που διέθεσε στην αγορά
συμβαίνουν τα ίδια & τα αυτά τα οποία μας πλήττουν αφόρητα





