Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πολιτεύομαι
- απόδοση: λαμβάνω ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή / συμπεριφέρομαι ζω κατά ορισμένο τρόπο / χειρίζομαι κάτι με ευελιξία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανακάλυψε τη γλύκα του πολιτεύεσθαι & εγκατέλειψε το επάγγελμα
πολιτεύθηκε με διπλωματία την υπόθεση





