Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πορεύομαι
- απόδοση: διανύω απόσταση βαδίζοντας / οδοιπορώ / ακολουθώ διαδρομή προορισμό / συντηρούμαι εξοικονομώντας τα απαραίτητα & αναγκαία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διερωτώμαι πως πορεύεται με το πλήθος υποχρεώσεων που επωμίσθηκε
η ζωή ωστόσο κυλά & πορεύεται
το διαζύγιο υπήρξε λαθεμένη επιλογή απόδειξη ότι ουδείς εκ των δύο κατάφερε να πορευθεί από μόνος του στην ζωή
πορεύεται...
λ γεμάτος όνειρα για το αύριο
λ με νηφαλιότητα
λ με πλησίστιο αρμένισμα προς την αποχαύνωση
λ προς το πεπρωμένο του
λ σε τεντωμένο σχοινί
λ στη ζωή με ορθόδοξο > ανορθόδοξο τρόπο
λ στο άγνωστο





