Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρεισφρέω
- απόδοση: κυρίως εισδύω κάπου διαφεύγοντας την προσοχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχει παρεισφρήσει στο στελεχιακό δυναμικό της εταιρείας με άνωθεν βοήθεια
παρείσφρησε στην πολιτική σκηνή κατά την τελευταία διετία
στην σκέψη του παρείσφρησε το στοιχείο της υπερβολής
παρείσφρησε...
λ αστάθμητος παράγοντας στα θέματα εργασίας
λ με έντεχνο τρόπο στα γραφεία της εταιρείας
λ στην λωρίδα κυκλοφορίας θρασύτητα





