Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρεπιδημώ
- απόδοση: διαμένω για περιορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο μακριά από την μόνιμη κατοικία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βρίσκεται στην Αίγυπτο όπου παρεπιδημεί ως πρεσβευτής





