Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρέρχομαι
- απόδοση: προσπερνώ / παραλείπω / περνώ & φεύγω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θα παρέλθω τα επουσιώδη & θα προχωρήσω σε θέματα ουσίας
παρήλθε ο κίνδυνος νέας σεισμικής δονήσεως





