Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρέχω
- απόδοση: προσφέρω / εξασφαλίζω / προμηθεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιβιώνει ως λογιστής παρέχων τις υπηρεσίες του σε άτομα του περιθωρίου
η εταιρεία του παρέχει αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του
κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος που παρέχει ευκολίες & ανέσεις
τα εισοδήματα του παρέχουν απολαύσεις & ανέσεις στην ζωή
παρέχει...
λ πρόσφορο έδαφος
λ σωματική & διανοητική ευεξία
λ τις υπηρεσίες του σε λουόμενους ως ναυαγοσώστης
λ υψηλού επιπέδου παιδεία





