Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρίσταμαι
- απόδοση: συμμετέχω δια της παρουσίας μου / είμαι παρών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν παραστεί ανάγκη θα επέμβει ο στρατός
εκ των καταστάσεων προκύπτει ότι παρίσταται ανάγκη οικονομικών μέτρων
√ απόδοση: παρουσιάζεται, προκύπτει
ο Αρχιεπίσκοπος παρέστη της νεκρώσιμης ακολουθίας
οι παριστάμενοι ζητωκραύγασαν υπέρ του ομιλητή & ακολούθησε παρατεταμένο χειροκρότημα
στην τελετή των εγκαινίων παρέστησαν οι τοπικές αρχές
παρέστη...
λ κατά την χειρουργική επέμβαση ως θεράπων ιατρός
λ με την ιδιότητα του δικηγόρου
λ ως μάρτυρας κατηγορίας > υπερασπίσεως





