Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρασιωπώ
- απόδοση: κατά τον γραπτό ή προφορικό λόγο αποφεύγω να αναφερθώ σε κάτι που σκοπίμως το παραλείπω / αποσιωπώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρασιώπησε το γεγονός του υιοθετημένου τέκνου επιμελώς





