Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραπαίω
- απόδοση: τρικλίζω / παραπατώ / βαδίζω με ασταθή ισορροπία / βρίσκομαι υπό κατάρρευση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βαδίζει προς το σπίτι του εξαντλημένος από την κόπωση & σχεδόν παραπαίει
η οικονομική κρίση οδήγησε τους πάντες να παραπαίουν





