Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραμένω
- απόδοση: μένω σε ένα τόπο προσωρινά ή μόνιμα / μένω αμετάβλητος & σταθερός / διατηρούμαι όπως ήμουν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & ευειδής με άφθονα τυπικά προσόντα παραμένει ανύπανδρος
ασθένεια η οποία τον υποχρέωσε να παραμείνει κατ΄ οίκον επί δύο εβδομάδες
βιώματα που παραμένουν αλησμόνητα
παρά τα εκφυλιστικά φαινόμενα παραμένουμε απαθέστατοι
παρά την δεχθείσα απογοήτευση η θέλησή του παραμένει ακλόνητη
παρά το πλήθος των ερωτικών σχέσεων εν τούτοις παραμένει άγαμος
υπέστη σοκ παραμένοντας άφωνος επί ώρα
παρέμεινε…
λ απαθής μη μεταβαλλόμενος συναισθηματικά εκ του περιστατικού
λ ασυγκίνητος παρά τις εκκλήσεις δια βοήθεια
λ άφωνος ως στήλη άλατος
λ πιστός
λ φίλος
παραμένει...
λ αμετακίνητος στη θέση του > στο πόστο του
λ αναλλοίωτο χωρίς ουδεμία εξέλιξη & βελτίωση
λ απαθής παρά την διαχεόμενη συναισθηματική φόρτιση
λ βαθύτατα εγκλωβισμένος στα συμπλέγματα που τον χαρακτηρίζουν
λ θαυμαστής του Αδόλφου
λ ύπανδρος παρά το πλήθος των συζυγικών εντάσεων
λ ως ερώτημα & εξακολουθεί να αιωρείται





