Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρατηρώ
- απόδοση: εξετάζω δια του βλέμματος εξακολουθητικά & με ενδιαφέρον / διαπιστώνω κάτι που συμβαίνει / επιπλήττω / επισημαίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & διοπτροφόρος παρατηρεί με άνεση την κυρία του απέναντι διαμερίσματος
δεν δέχεται ότι παρατηρείται βελτίωση της καταστάσεως
επιτρέψετέ μου να παρατηρήσω τα εξής
παρατηρεί τα συμβαίνοντα ως παθητικός θεατής
παρατήρησε αυστηρά τον σύνοικο για την συμπεριφορά του
παρατηρείται...
λ αδιαφορία για τις εντυπώσεις που προκαλεί η στάση του
λ ανυπαρξία ηθικών φραγμών
λ αύξηση της αγοραστικής κίνησης το τελευταίο δίμηνο
λ έκπτωση των ηθών & απουσία αισθητικής
λ επάρκεια > ανεπάρκεια των κύριων αγαθών
λ μέρα με τη μέρα βελτίωση προς το καλύτερο της πολύπαθης υγείας του
λ παρατεταμένη ανομβρία το τρέχον διάστημα
λ πλουραλισμός απόψεων & ιδεών
λ στροφή προς την παράδοση σε άτομα νεαρής ηλικίας





