Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρουσιάζω
- απόδοση: συστήνω κάποιον / εμφανίζω κάτι & το εκθέτω στη κρίση των παρευρισκομένων ή προς εξέταση / εμφανίζομαι να υπηρετήσω στο στράτευμα / όπλα προς τιμή κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από νέος παρουσίασε συμπτώματα αλκοολισμού
από παιδί παρουσιάζει ευαισθησία του νου & της ψυχής
η περίπτωση αυτή παρουσιάζει δυσκολίες
ο ήχος παρουσίασε παραμόρφωση
ο κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο
πρόκειται να παρουσιασθεί σε στρατόπεδο διαβιβαστών
σε γνωστή γκαλερί παρουσίασε αναδρομική έκθεση των έργων του
τελευταία ο λογαριασμός του παρουσιάζει μηδενικό υπόλοιπο
παρουσιάζει εικόνα…
λ γραφικού ερωτύλου
λ ηλιθίου ανδρός
λ πάσχουσας ψυχής
λ τρωγλοδύτη
λ τυχοθήρα > χρυσοθήρα
παρουσιάζει…
λ ανυπακοής προς τους ανωτέρως του
λ ασταθή & ακροβατικό χαρακτήρα
λ αύξηση > πτώση των κερδών
λ έλλειψη φαντασίας & εφευρετικότητας
λ ευκολία στο λέγειν
λ ιδιαίτερο ενδιαφέρον η τεχνοτροπία του
λ ικανότητα στην οικονομική διαχείριση
λ περιορισμένες ηθικές αντοχές
λ πεσιμισμό > οπτιμισμό
λ πρωτόγονη παρόρμηση
παρουσίασε...
λ γραπτώς τις απόψεις του
λ διαφοροποίηση στη συμπεριφορά του > στις απόψεις του
λ ιγμορίτιδα > προστατίτιδα
λ συντριπτικά επιχειρήματα
λ την εκπομπή περί Πατριαρχείου
λ το βιβλίο του στο κοινό
λ ψυχικό νόσημα
παρουσιάσθηκε...
λ αυτοπροσώπως
√ απόδοση: δια της προσωπικής παρουσίας
λ οικειοθελώς
√ απόδοση: εκουσίως





