Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πράττω
- απόδοση: κάμνω / ενεργώ / εκτελώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον επαναπροσέγγισε ιδία βουλήσει & ορθώς έπραξε
έπραξε...
λ αναμιμνησκόμενος εν πολλοίς την καταγωγή του
√ σχόλιο: ανακαλώντας από την μνήμη του
λ εσφαλμένα
λ ότι επιβάλει η κοινή λογική
√ σχόλιο: η παραδεκτή από όλους
λ ότι το καλύτερο
λ τα δέοντα
λ τα διαμετρικώς αντίθετα των όσων είπε
√ σχόλιο: τα απολύτως αντίθετα
λ το καθήκον του ως γονέας & με το παραπάνω
λ το παν
λ υπό την πίεση των απωθημένων του
πράττει...
λ εν βρασμώ ψυχής
λ εν θερμώ
√ σχόλιο: υπό την επίδραση ψυχικής αναστάτωσης
λ ενσυνείδητα
λ θολερά σκεπτόμενος
√ σχόλιο: που δεν είναι διαυγής
λ κατά βούληση
√ σχόλιο: όπως θέλει & όταν θέλει
λ κατά συνείδηση
√ σχόλιο: ακολουθώντας την συνείδησή του
λ κατόπιν εντολών
λ παρορμητικά
λ συναισθηματικά ορμώμενος
√ σχόλιο: υποκινούμενος από συναισθηματική αιτία
λ ψυχικά εμφορούμενος
√ σχόλιο: κυριευόμενος από κάποια ψυχική διάθεση





