Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προμηνύω
- απόδοση: παρουσιάζω ενδείξεις για κάτι που πρόκειται να επακολουθήσει / προαναγγέλλω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατάσταση στη Μέση Ανατολή προμηνύει πολεμική σύρραξη
τα σκοτεινιασμένα σύννεφα προμηνύουν βροχή
προμηνύεται…
λ θλιβερή κατάληξη της υποθέσεως
λ κακοκαιρία
λ μεγάλη φασαρία στο κέντρο της Αθήνας
λ μείωση των κρατικών εσόδων
λ όλεθρος
λ πτώση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων
λ σαρωτική νίκη των συντηρητικών
λ τρικούβερτο γλέντι





