Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προξενώ
- απόδοση: προκαλώ κατάσταση / γίνομαι αίτιος να συμβεί κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δύναται να προξενήσει βλάβη στο ηλεκτρικό δίκτυο
η υπερβολική χρήση προξενεί ταχυκαρδία
προξενεί δυσλειτουργία σε ζωτικά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού
τα μέτρα προξένησαν άνοδο του τιμαρίθμου
προξένησε…
λ ανεπανόρθωτες ζημίες
λ εργατικό ατύχημα δια των παραλείψεών του
λ ζημία στο δημόσιο συμφέρον
λ ηθική βλάβη δια της συμπεριφοράς του
λ κακό δια των ατοπημάτων του
λ μείωση του εισοδήματος
λ οικονομική ζημία δια των επιλογών του
λ τη χείριστη των εντυπώσεων
λ ψυχική βλάβη στην συμβία του





