Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσάπτω
- απόδοση: αποδίδω ευθύνες / καταλογίζω εις βάρος κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & το επιδίωξε εν τέλει δεν είχε να του προσάψει ουδέν
η κοινωνική λειτουργός της προσάπτει παραμέληση εποπτείας ανηλίκου
του προσάπτει…
λ αδιαφορία κατά την άσκηση του καθήκοντος
λ αναποτελεσματικότητα χειρισμών
λ βαρβαρότητα
λ βαρύτατες ευθύνες για κατασπατάληση μετρητών
λ διαρπαγή δημοσίου χρήματος
λ έλλειμμα πολιτισμού > ανθρωπισμού > σοβαρότητος > πειθαρχίας
λ έλλειψη υπευθυνότητας
λ ευθύνες για διαφυγόντα κέρδη
λ κατηγορία για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος
λ πλήθος κατηγοριών
λ πολλά





