Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσβάλλω
- απόδοση: επιτίθεμαι / ενεργώ βλαπτικά / αμφισβητώ κατάσταση / αρνούμαι να αποδεχθώ / φέρομαι μειωτικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν ανέχομαι να με προσβάλλουν
δεν σου επιτρέπω να με προσβάλλεις & δη παρουσία τρίτων
ηθελημένα προσέβαλε το θρησκευτικό του αίσθημα
προσβλήθηκε από γρίπη & αναπαύεται
προσεβλήθη βαρέως το πεπτικό σύστημα
τον προσέβαλε δημοσίως
του προσέβαλε την νοημοσύνη
προσβάλει…
λ αδιακρίτως κάθε αντιφρονούντα
λ τη δημόσια αιδώ
λ την κοινή γνώμη με την παρουσία του
λ την κοινή λογική
λ την νοημοσύνη μας
λ τους πάντες
προσέβαλε…
λ τη διαθήκη του πατέρα του
λ το συμβόλαιο





