Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσφέρω
- απόδοση: δίνω κάτι / προσφέρω κάτι σε κάποιον για χάρη του / χαρίζω / κάνω δωρεά / δίνω κάτι σε καλεσμένο ή επισκέπτη / σερβίρω / παραχωρώ / προσφέρω υπηρεσία / προσφέρω απόλαυση ή ικανοποιώ ανάγκη / είμαι κατάλληλος πρόσφορος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εργασία αυτή του προσφέρει τα προς το ζην
κλήθηκε να προσφέρει υπηρεσίες αν & ευρισκόμενος από ετών σε αποστρατεία
ως άνθρωπος προσφέρεται προς εκμετάλλευση
προσέφερε…
λ απανεμιά στη πολυτάραχη ζωή της
λ απλόχερα τη φιλία του
λ βοήθεια από το υστέρημά του
λ βοήθεια έναντι ανταλλάγματος
λ γη & ύδωρ στους οικείους του & δεν έλαβε τίποτα
λ εθελοντικά τις υπηρεσίες του
λ ελάχιστα πράγματα
λ ηθική > υλική υποστήριξη
λ ισχυρό κίνητρο
λ κρυστάλλινο ποτήρι πλήρες καμπανίτη
λ μία μοναδική εμπειρία > ευκαιρία
λ μοναδική πνοή ζωής
λ ότι το πολυτιμότερο
λ ότι το ωφελιμότερο
λ στην κοινωνία > στο έθνος > στην οικογένειά του
λ στοργή
λ τα πάντα
λ τα πάντα & ελάχιστα απόλαυσε εκ μέρους της
λ τα πάντα ως γονέας > σύζυγος
λ τις συμβουλές του πλουσιόδωρα
λ τροφή & στέγη
λ χρήματα αφειδώς
προσφέρει…
λ αγάπη στον συνάνθρωπό του
λ ανταλλάγματα
λ απολαύσεις
λ άρτο & θέαμα στους πολίτες
λ γλυκύτητα
λ ευχαρίστηση & δημιουργική απασχόληση
λ τα εχέγγυα ως διευθύνων
λ τα κάλλη της
λ το γέλιο στην ομήγυρη





