Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσπαθώ
- απόδοση: διαθέτω σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις προκειμένου να πετύχω την υλοποίηση καταστάσεως / θέτω σε ενέργεια / επιχειρώ / αποπειρώμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσπαθεί…
λ επί μακρόν να διαμορφώσει άποψη
λ ματαίως να αναθερμάνει το ενδιαφέρον του για την σύζυγό του
λ να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του με τακτ όπως το συνηθίζει άλλωστε
λ να δικαιολογήσει την ύπαρξή του
λ να εκτονώσει την επικρατούσα ένταση
λ να εκφράσει τα συναισθήματά του με λεπτό τρόπο
λ να εμπεδώσει τα γραφόμενα
λ να ενσπείρει τον πανικό προς ίδιον όφελος
λ να εξισορροπήσει τις προκύπτουσες διαφωνίες
λ να επιβάλλει την τάξη
λ να επιβληθεί δια της πειθούς
λ να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες
λ να κάμψει τις αντιρρήσεις του
λ να κατανοήσει το σκεπτικό του
λ να κατευνάσει τα πνεύματα
λ να λύσει ως δια μαγείας το πρόβλημα
λ να ολοκληρώσει τον συλλογισμό του
λ να πείσει εαυτόν & αλλήλους αλλά εις μάτην
λ να συλλάβει τα μηνύματα των καιρών
λ να συνέλθει από το σοκ
λ να σχηματίσει γνώμη
λ να σώσει τα προσχήματα
λ να τον αναθαρρέψει
λ να τον γαλουχήσει
λ να τον μαγέψει
λ να τον μεταπείσει
λ από αγαθή πρόθεση να τον μυήσει στο πνεύμα οικονομίας
λ να του εμφυσήσει πατριωτισμό
λ πεισματικά να διορθώσει τα αδιόρθωτα
λ υπομονετικά να εκμαιεύσει την αλήθεια





