Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσέρχομαι
- απόδοση: πλησιάζω κάπου / παρουσιάζομαι προκειμένου να συμμετάσχω σε κάτι που συμβαίνει ή επειδή υποχρεούμαι γι’ αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η δίκη αναβλήθηκε διότι σημαντικός μάρτυρας δεν προσήλθε στο δικαστήριο
ο μάρτυρας κατηγορίας δεν προσήλθε στη δίκη
οι επίσημοι προσέρχονται στη δεξίωση που λαμβάνει χώρα στον κατάφυτο κήπο του Προεδρικού Μεγάρου
παρά την διαφημιστική προβολή δεν προσήλθαν ενδιαφερόμενοι
το κοινό άρχισε να προσέρχεται στην πρεμιέρα της Λυρικής Σκηνής
προσήλθε…
λ άνευ προσκλήσεως
λ αυθορμήτως
λ βιαίως στο δικαστήριο
λ μετά της συμβίας του στα εγκαίνια της εκθέσεως
λ οικειοθελώς





