Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προκαλώ
- απόδοση: ωθώ ερεθίζω κάτι με την συμπεριφορά μου προκειμένου να αντιδράσει / συμπεριφέρομαι με τρόπο ώστε να προκύψει διέγερση σε κάποιον / γίνομαι πρόξενος να συμβεί κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατάσταση που προέκυψε προκάλεσε ανησυχία στο περιβάλλον του
η μακρά αναμονή στον προθάλαμο του ιατρείου του προκάλεσε εκνευρισμό
με τα λεγόμενά του προκαλεί γέλιο
ο λαθεμένος χειρισμός του αυτοκινήτου προκάλεσε τροχαίο ατύχημα εις βάρος διερχόμενου πεζού
προκαλεί τους πάντες με την αυθάδεις που εκφράζει
το βαθύ ντεκολτέ προκάλεσε αμηχανία στους παρακαθήμενους
τον προκάλεσε με γρονθοκόπημα στο στήθος
προκαλεί...
λ ευθέως
λ με την εκκεντρικότητά του
λ την αγανάκτηση των πελατών
λ τις καταστάσεις
λ το δημόσιο αίσθημα
προκάλεσε...
λ άνευ λόγου & αιτίας αναστάτωση στην ομήγυρη
λ άριστη > αλγεινή > χείριστη εντύπωση με την συμπεριφορά του
λ έκρηξη ενδιαφέροντος
λ ισχυρό σοκ στην αγορά η παραίτηση του διοικητή της εν λόγω Τράπεζας
λ την αηδία
λ την απέχθεια
λ την άρνηση των συναλλασσομένων
λ την ηθική τάξη πραγμάτων
λ την θυμηδία των παρευρισκόμενων
λ το ενδιαφέρον των αρχών
λ το κοινό αίσθημα κατ΄ επανάληψη
λ χασμωδία με τις ανοησίες του
λ αναθέρμανση του ενδιαφέροντος
λ αρνητικές εντυπώσεις





