Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προβάλλω
- απόδοση: κάνω εμφάνιση / παρουσιάζομαι / παρουσιάζω κάτι / εκφράζω με ενέργειες / αναπαράγω επί οθόνης εικόνες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προβάλετε…
λ διεθνώς ως η ενδεδειγμένη πολιτική κατά της οικονομικής ύφεσης
λ στους κινηματογράφους πρώτης προβολής
λ τελευταίως από τηλεοράσεως ως ανερχόμενος αστέρας
προβάλλει…
λ αξιώσεις επί της περιουσίας αν & έλαβε εξ αυτής κατά το παρελθόν
λ απειλητικά σε περίπτωση μη αποδοχής της νεοδημιουργηθείσης καταστάσεως
προέβαλε…
λ αντίρρηση επί του νομοσχεδίου
λ αντίσταση κατά της αρχής





