Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προαναγγέλλω
- απόδοση: γνωστοποιώ κάτι εκ των προτέρων προτού συμβεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προανήγγειλε μείωση του φόρου εισοδήματος
ο πατέρας Ιγνάτιος προανήγγειλε σημαντικά γεγονότα προ του θανάτου του
ο σχετιζόμενος με τα μουσικά θέματα τύπος έσπευσε να προαναγγείλει την άφιξη του μεγάλου τζαζίστα στην Αθήνα
προαναγγέλθηκε η επιδότηση των οικονομικώς αδυνάτων
τα ΜΜΕ έσπευσαν να προαναγγείλουν την άφιξη του διάσημου τενόρου
τηλεφώνησε αποβραδίς & του προανήγγειλε την παραίτησή του





